Επισκεπτήριο

episk

«Μόνος, είμαι πάντα τόσο μόνος», επανέλαβε ο άνθρωπος που βρισκόταν Μέσα. Οι λέξεις του άγγιξαν στα τρίσβαθα τον άνθρωπο που ερχόταν απ’ Έξω, ο οποίος του είπε εξομολογητικά, «το ίδιο κι εγώ, είμαι τρομερά μόνος». «Μα, νόμιζα πως στον έξω κόσμο δεν είναι κανείς μόνος», είπε με έκπληξη ο άνθρωπος που βρισκόταν Μέσα.

Αξιωματικός υπηρεσίας

metanastes

Ο αξιωματικός υπηρεσίας τον ρώτησε από πού έρχεται, μα αυτός δεν ήξερε τι να απαντήσει γιατί ερχόταν απ’ το πουθενά. Κι όταν ο αξιωματικός υπηρεσίας τον ρώτησε πού πηγαίνει αυτός πάλι δεν μπορούσε να απαντήσει γιατί πήγαινε εκεί όπου είχε ξεκινήσει, δηλαδή στο πουθενά.

 

Η βιβλιοθηκάριος Τζένη

bil

Στις ερωτήσεις για την αγάπη έδινε απαντήσεις για τον έρωτα. Η βιβλιοθηκάριος Τζένη, η παλαιοτέρα υπάλληλος της μικρής μας πόλης, ανύπαντρη, γεροντοκόρη κατά τα κοινώς λεγόμενα, δέχτηκε να μιλήσει για τη ζωή και την καριέρα της. Ο εκκολαπτόμενος δημοσιογράφος της έκανε περίεργες και στριφνές ερωτήσεις. Πάντα οι αρχισυντάκτες στις μεγάλες εφημερίδες ζητάνε δύσκολα πράγματα απ’ τους μαθητευόμενους μάγους της δημοσιογραφίας. Μα η βιβλιοθηκάριος Τζένη απαντούσε με άνεση. Κάθε απάντησή της υπήρχε μέσα στα βιβλία που τακτοποιούσε με ζήλο στα ράφια όλη της τη ζωή. Ακόμα και κάθε της παύση είχε τη στίξη του αγαπημένου της συγγραφέα. Ο δημοσιογράφος ένιωσε πως η βιβλιοθηκάριος Τζένη τού έκανε δώρο ένα καινούργιο, εύθραυστο και αβέβαιο κομμάτι του εαυτού του. Κάθε απάντησή της ήταν ένα ερωτικό κάλεσμα. Εν κατακλείδι η απάντηση στις ερωτήσεις σου είναι ο έρωτας, τού είπε και του έδειξε το βάθος του διαδρόμου στο ημίφως ανάμεσα από τόσα βιβλία και τόσες απαντήσεις. Και τον πήρε απ’ το χέρι να τον οδηγήσει εκεί στο βάθος. Κι εκείνος τη ρώτησε, τι είναι εκεί στο βάθος; Εκεί στο βάθος είναι ο θάνατος του απάντησε, αλλά μη φοβάσαι.

Ψεύτικες βλεφαρίδες

131

Και να που στρίβεις στη γωνία και τη βλέπεις μπροστά σου. Την πρώτη σου αγάπη. Εκείνο το θαυμάσιο κορμί. Εκείνο το γλυκό πρόσωπο. Εκείνο το σταρένιο χρώμα στο δέρμα του λαιμού. Εκείνα τα μάτια που σε διαπερνούν, εκείνες τις φοβερές γάμπες που σε σκλαβώνουν. Αλλά, στρίβοντας στη γωνία δε βλέπεις παρά όλα αυτά που χάθηκαν για πάντα. Μονάχα ο κίτρινος ήλιος που τρεμοπαίζει κι η αφόρητη ζέστη κι όλα όσα χάθηκαν μέσα σ’ ένα πιθάρι από λίπος, ρυτίδες, σακούλες στα μάτια, λεκέδες, κιρσούς, βαφές μαλλιών, μακιγιάζ και ψεύτικες βλεφαρίδες. Κυρίως ψεύτικες βλεφαρίδες.

Άρλεκιν

Αυτή φυλακισμένη σε κουζινάκι της ενδοχώρας. Αυτός ράθυμος ηδονιστής. Συναντιούνται τόσο αργά όσο η φωτιά με το νερό. Αυτός τη χαϊδεύει στα γόνατα. Αυτή παίρνει το χέρι του στο χέρι της. Αυτή οκνηρή μα ηδονική. Οι λέξεις σα να τις έχει κυλήσει στον ουρανίσκο πριν τις εγκαταλείψει στο κενό. Αυτός την αγκαλιάζει. Η σάρκα της αφράτη και ζεστή. Αυτός είναι ότι αυτή ποθεί κι ονειρεύεται. Αυτός τη ρίχνει στο κρεβάτι. Σκύβει πάνω της. Αυτός γλιστρά το δάχτυλό του μέσα της. Την τραβά πάνω του και βυθίζεται μέχρι τέρμα. Αυτή του γλείφει το λαιμό, τις μασχάλες και τ’ αυτιά. Αυτή βγάζει βαθύ αναστεναγμό κι αφήνεται πάνω του. Αυτός τη γυρίζει ανάσκελα και της σηκώνει τις γάμπες πάνω απ’ τον ώμο. Αυτή πονάει και ουρλιάζει και χτυπιέται. Αυτός δεν μπορεί να κρατηθεί. Τραβιέται κι αφήνει ελεύθερο το χείμαρρό του στον αφαλό της. Αυτή ξαπλωμένη ανάσκελα. Τα μάτια της γυαλίζουν. Οι γάμπες της μισάνοιχτες κι η σάρκα της ανατριχιάζει ελαφρά. Αυτός ξεψυχισμένος δίπλα της. Αυτός ένας ράθυμος ηδονιστής. Αυτή φυλακισμένη σε κουζινάκι της ενδοχώρας. Με τα μανίκια ανασηκωμένα μαγειρεύει για το σύζυγο και τα παιδιά. Το κορμί της σιγοβράζει κάτω απ’ το μαύρο μακό, μακριά απ’ όλες τις προκλήσεις. Απ’ το καλό και το κακό.

Νυχτερινή έξοδος

Μόλις επέστρεψαν απ’ τη νυχτερινή τους έξοδο. Σχεδόν ξημερώματα. Μπροστά στην πόρτα του σπιτιού τους κείτονταν μια φιγούρα. Μιαν ανθρώπινη φιγούρα σκεπασμένη με βρεγμένες εφημερίδες. Μια βρόμικη και μαλλιαρή μορφή που ’χε καλυμμένο το πρόσωπο μ’ ένα ξεφτισμένο καπέλο. Έμοιαζε με κλόουν που κάνει το νούμερο του πεθαμένου στο τσίρκο. Διάολε! μουρμούρισε ο άντρας και πλησίασε με κάποια προφύλαξη. Έσπρωξε με το πόδι του τη μορφή και ψιθύρισε: πεθαμένος είναι. Η γυναίκα έσκυψε και τράβηξε το καπέλο απ’ το πρόσωπο του νεκρού. Είχε μιαν έκφραση ευχαρίστησης κι ένα ηδονικό μειδίαμα χαράς κάτω απ’ τα γένια και τη βρώμα. Ο άντρας έβαλε ξανά το καπέλο στο πρόσωπο του νεκρού και τηλεφώνησε στην αστυνομία, λέγοντας πως, ένας αλήτης είχε βρεθεί νεκρός μπροστά στην πόρτα του σπιτιού τους. Ο άντρας με τη γυναίκα του έχοντας ανεπτυγμένο το αίσθημα του καλού πολίτη, αποφάσισαν ν’ αναλάβουν τα έξοδα της κηδείας για να μην καταλήξει το πτώμα στον κοινό τάφο των αστέγων του δημοτικού κοιμητηρίου, μιας κι είχε βρεθεί μπροστά στην πόρτα του σπιτιού τους. Μάλιστα αποφάσισαν πως θα κάνουν μιαν ευπρόσωπη κηδεία πρώτης τάξης καλώντας συγγενής, φίλους και γνωστούς, που για έναν αλήτη δίχως όνομα ήταν μια πολυτέλεια, την οποία όσο ζούσε δε μπορούσε να τη διανοηθεί.

Άνεμος

Αυτή έχει σκύψει σε ορθή γωνία. Αυτός, της έχει κατεβάσει το παντελόνι και την κιλότα μέχρι τα γόνατα. Όρθιος προσπαθεί να βρει στόχο. Κάθε τόσο σαλιώνει το πέος του. Διαρρηγνύει τον πρωκτό της κι αυτή κρατιέται να μη βογκήξει. Προσπαθεί να μείνει ασάλευτη στη στάση της, να τον ικανοποιήσει πλήρως. Νιώθει το σφικτήρα της έτοιμο να σπάσει. Φυσάει. Ξαφνικά βλέπει ένα χαρτονόμισμα κάτω στο χώμα να το παρασέρνει ο άνεμος.